ἐπιλάρκισμα
ἐπιλάρκισμα, cover of a basket
ἐπιλάρκισμα, ατος, τό, (λάρκος)
- cover of a basket, EM 361.22.
ἐπιλάρκισμα, τό, = λάρκου βύσμα, EM.
ἐπιλάρκισμα, cover of a basket