ἐπίλασις
ἐπίλᾱσις, Dor. for ἐπίλησις.
ἐπίλασις, v. ἐπίλησις.
ἐπίλασις, [ᾱ], ἡ, dor. = ἐπίλησις.
ἐπῐλᾱσις
- 1oblivion καμάτων δʼ ἐπίλασιν παράσχοι (sc. χρόνος) P. 1.46