ἐπίλαμπτος
ἐπίλαμπτος, ον, Ion. for ἐπίληπτος.
ἐπίλαμπτος, ος, ον, ion. c. ἐπίληπτος, Hdt. 3, 69, etc.
ἐπίλαμπτος, ion. = ἐπίληπτος, dabei ertappt, z.B. ἀφάσσουσα, beim Zufühlen, Her. 3.69.
ἐπίλαμπτος, ον
Ionic for ἐπίληπτος.