ἐπιλάρχης
ἐπιλάρχης, commander of an ἐπιλαρχία
ἐπῑλάρχ-ης, ου, ὁ,
- commander of an ἐπιλαρχία, PPetr. 3 p.21 (iii B.C.).
ἐπιλάρχης, s. ἐπιλαρχία.
ἐπιλάρχης, commander of an ἐπιλαρχία