ἐπίλεπτος
ἐπίλεπτος, somewhat light
ἐπίλεπτ-ος, ον,
- somewhat light, γῆ Gp. 2.21.3; σιδήρια Arr. Alan. 16.
ἐπί·λεπτος, ος, ον, menu, Geop. 2, 21, 3.
Étym. ἐπί, λεπτός.
ἐπίλεπτος, = λεπτός, LXX.