ἐπιβρόντητος
ἐπιβρόντητος, frantic
ἐπιβρόντ-ητος, ον,
- = ἐμβρόντητος, frantic, S. Aj. 1386.
ἐπιβρόντητος, ος, ον, à l’esprit égaré (litt. frappé de la foudre) Soph. Aj. 1386.
Étym. ἐπιβροντάω.
ἐπιβρόντητος, = ἐμβρόντητος, Soph. Aj. 1365.
ἐπιβρόντητος
from ἐπιβροντάω
ἐπιβρόντητος, ον
= ἐμβρόντητος,
- frantic, Soph.