ἐπισπορία
ἐπισπορ-ία, Ep. ἐπισπορίη, ἡ, = foreg., Hes. Op. 446, Poll. 1.223.
ἐπισπορία, ας (ἡ) nouvelles semailles, Hés. O. 444.
Étym. ἐπίσπορος.
ἐπισπορία, ἡ, = ἐπισπορά, Hes. O. 444 ; vgl. Poll. 1.223, ἐπισπορία ὅταν τις εἰς τὸ αὐτὸ σπέρμα ἕτερον ἐπεμβάλλῃ.
ἐπισπορία, ἡ,
= ἐπισπονδή, Hes.