ἐπίσσωτρον
ἐπίσσωτρον, τό, Ep. for ἐπίσωτρον (q.v.).
ἐπί·σσωτρον, v. ἐπίσωτρον.
ἐπίσσωτρον, τό, ep. für ἐπίσωτρον.
ἐπίσσωτρον
[ἐπι- 1 + σῶτρον, felloe.]
The tire of a wheel Il. 5.725, Il. 11.537, Il. 20.394, 502, Il. 23.505, 519.
ἐπίσσωτρον : tire of a wheel. (Il.)
ἐπίσσωτρον, ου, τό,
Epic for ἐπίσωτρον.