ἐπισταλάω
ἐπισταλάω, to fall in drops over
ἐπι·σταλάω-ῶ [τᾰ] c. le préc. Anth. 9, 322.
ἐπισταλάω, = ἐπιστάζω, ἐκ μετώπου ἱδρὼς πιδύων στῆθος ἐπισταλάει Leon.Tar. 47 (IX.322).
ἐπισταλάω
- to fall in drops over, c. acc., Anth.