ἔπισσαι
ἔπισσαι, αἱ, Ion.,
- = ἐπιγινόμεναι τοῖς προγόνοις, Hecat. 363J.; cf. μέτασσαι. ἔπισσον· τὸ ὕστερον γενόμενον, Hsch.
ἔπισσαι, ῶν (αἱ) filles puînées, Hécat. (EM. 596, 35).
Étym. cf. μέτασσαι.
ἔπισσαι, αἱ, = ἐπιγιγνόμεναι, Hecat. bei EM. Vgl. μέτασσαι.