Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἡσυχοποιός
ἡσυχοποιός, silentiarius
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ᾔστον
ἡστός
ᾔστωσα
ἥσυχα
ἡσυχᾷ
ἡσυχάζω
ἡσυχαῖος
ἡσυχαίτατα
ἡσυχαίτερος
ἡσυχαστέον
ἡσυχαστέος
ἡσυχαστήριον
ἡσυχαστής
ἡσυχαστικός
ἡσυχάστρια
ἡσυχάω
ἡσυχῇ
ἡσυχῆ
ἡσυχία
Ἡσυχία
ἡσυχίδας
Ἡσυχίδες
ἡσυχίη
ἡσυχικός
ἡσύχιμος
ἡσύχιος
Ἡσύχιος
ἡσυχιότης
ἡσυχίως
ἡσυχόομαι
ἡσυχοποιός
ἥσυχος
ἡσυχόω
ἡσύχως
ἠσφαλισμένως
ᾔσχυμμαι
ᾐσχυμμένος
ᾔσχυνε
ᾐσχύνθην
ἥσω
ἦτα
ἠτἄν
ἤτε
ἦτε
ᾖτε
ἥτε
ᾔτεε
ἡτέρα
ᾔτην
ᾐτιάασθε
ἠτίμασε
ᾐτιόωντο
ἥτις
ἤτοι
ἦτορ
ἠτριαῖος
ἠτρίδιος
ἤτριον
ἦτρον
ἧττα
ἡττάομαι
…
ἡσυχοποιός
Save
ἡσυχοποιός, silentiarius
LSJ
ἡσῠχ-οποιός,
silentiarius,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}