Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀμοτός
ὀμοτός, sworn
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμοσχημονέω
ὁμοσχήμων
ὁμόσχολος
ὁμοταγής
ὁμοτάλαντος
ὁμόταφος
ὁμοταχής
ὁμόταχος
ὁμοταχῶς
ὁμοτεγής
ὁμότεγος
ὁμοτέλευτος
ὁμοτελής
ὁμοτέρμων
ὁμοτεχνέω
ὁμότεχνος
ὁμότηθος
ὀμότης
ὀμοτικός
ὁμοτικός
ὁμοτιμία
ὁμότιμος
ὁμοτίμως
ὁμότιτθος
ὁμότοιχος
ὁμοτονέω
ὁμότονος
ὁμοτονούντως
ὁμοτόνως
ὁμότοξος
ὀμοτός
ὁμοτράπεζος
ὁμοτρεχής
ὁμότρητος
ὁμοτριβέω
ὁμότριχος
ὁμοτροπέω
ὁμοτροπία
ὁμότροπος
ὁμοτρόπως
ὁμοτροφής
ὁμοτροφία
ὁμότροφος
ὁμοτρόφος
ὁμοτροχάω
ὁμοτυπία
ὁμότυπος
ὁμοτύραννος
ὁμοῦ
ὁμόϋλος
ὀμοῦμαι
ὁμοῦμαι
ὁμοϋπόστατος
ὅμουρα
ὁμουργός
ὁμουρέω
ὁμούρησις
ὁμούριος
ὅμουρος
ὁμούσιος
ὁμουσιότης
…
ὀμοτός
Save
ὀμοτός, sworn
LSJ
ὀμοτός, ή, όν,
sworn,
Theognost.
Can.
75.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}