ὀχεταγωγέω
ὀχετ-ᾰγωγέω, ὀχετ-ᾰγωγία, ὀχετ-ᾰγωγός,
- = ὀχετηγέω, -γία, -γός, Poll. 1.224, Pl. Lg. 844a (pl.), Poll. 1.221.
ὀχεταγωγέω, = ὀχετηγέω, Poll. 1.224.