ὀχάνη Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ὀχάν-η [ᾰ], ἡ, = sq., Plu. Cleom. 11. ὀχάνη, ης (ἡ) c. le suiv. Plut. Cleom. 11. ὀχάνη -ης, ἡ, ook ὄχανον -ου, τό [ἔχω] handvat (van een schild). ὀχάνη, ἡ, = ὄχανον, Plut. Cleom.11, τὴν ἀσπίδα φορεῖν διʼ ὀχάνης, μὴ διὰ πόρπακος.