ὁμοκλεής
ὁμοκλεής, called by the same name as
ὁμοκλεής
- 1called by the same name as c. dat. ναοπόλον μάντιν δαπέδοισιν ὁμοκλέα (τὸ δὲ Τηνερικὸν πεδίον ἀπὸ Τηνέρου προσαγόρευεται, Strabo) fr. 51d.