Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀμολγός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμόκηνσος
ὁμοκίνητος
ὁμοκλά
ὁμόκλαρος
ὁμοκλάω
ὁμοκλεής
ὁμοκλέω
ὁμοκλή
ὁμοκληρία
ὁμόκληρος
ὁμοκλής
ὁμοκλῆς
ὁμοκλήσασκε
ὁμόκλησις
ὁμοκλήτειρα
ὁμοκλητήρ
ὁμόκλητος
ὁμοκλινής
ὁμόκλινος
ὁμόκλιτος
ὁμοκοίλιος
ὁμοκοιτία
ὁμόκοιτις
ὁμόκοιτος
ὁμόκραιρος
ὁμόκτιτος
ὁμόκτυπος
ὁμοκωμήτης
Ὁμόλα
ὁμολάλητος
ὀμολγός
ὁμολείτωρ
ὁμόλεκτρος
ὁμολεχής
ὁμόλεχος
Ὁμόλη
ὁμόλικος
Ὁμόλιον
ὁμολιῶν
ὁμολογά
ὁμολογέω
ὁμολόγημα
ὁμολογησία
ὁμολόγησις
ὁμολογητέον
ὁμολογητής
ὁμολογητικός
ὁμολογία
ὁμολόγιον
ὁμόλογος
ὁμολογουμένως
ὁμολογούντως
ὁμολόγως
Ὅμολος
ὁμόλοχος
Ὁμολωΐδες πύλαι
Ὁμολώϊος
Ὁμολωΐς
Ὁμολώϊχος
ὁμομαθής
ὁμομαστιγίας
…
ὀμολγός
Save
LSJ
ὀμολγός, ὁ,
= ζόφος,
Blaes.
4 (
ὁμολογῷ
cod.
Hsch.
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}