ὁμοκλήτειρα Save LSJ Bailly 2024 Pape ὁμο-κλήτειρα, ἡ, fem. of sq., as Adj., ὁ. βοή Lyc. 1337. ὁμοκλήτειρα, ας, adj. fém. du suiv. Lyc. 1337. ὁμοκλήτειρα, ἡ, fem. zu ὁμοκλητήρ, Lycophr. 1337.