ὑψηλότης
ὑψηλότης, loftiness, sublimity
ὑψηλό-της, ητος, ἡ,
- loftiness, sublimity, S.E. M. 7.17, AB 342, Gloss.
ὑψηλότης, ητος (ἡ) élévation, Sext. M. 7, 17.
Étym. ὑψηλός.
ὑψηλότης, ητος, ἡ, Höhe, Erhabenheit, Sp.