δειδίσσομαι
δειδίσσομαι, to frighten, alarm
Could not find δειδίσσετο in Logeion dictionaries.
δειδίσσετο Verb: imperfect middle indicative 3rd singular of δειδίσσομαι
- causal of δείδω, frighten, alarm, μὴ . . δειδίσσεο λαὸν Ἀχαιῶν Il. 4.184, cf. 13.810, Pl. Phdr. 245b, Luc. Bis Acc. 7, etc.; μὴ δή μʼ ἐπέεσσι . . ἔλπεο δειδίξεσθαι Il. 20.201, cf. Hes. Sc. 111; Ἕκτορα . . ἀπὸ νεκροῦ δειδίξασθαι to scare him away from the corpse, Il. 18.164 (in 2.190 οὔ σε ἔοικε, κακὸν ὥς, δειδίσσεσθαι it may be taken in either sense, cf. 15.196): c. inf., φευγέμεν ἂψ ὀπίσω δειδίσσετο Theoc. 25.74, D. 19.291, Prooem. 43, D.H. 1.71, al.; cf. δεδίσκομαι II.
- II intr., fear, ἢν ἡ γυνὴ . . δειδίσσηται (v.l. διδ-) Hp. Mul. 1.25; μὴ . . λίην δειδίσσεο θυμῷ A.R. 2.1219, cf. Plu. Dio 57: c. acc., to be afraid of, Orph. A. 56, etc.: aor. δειδισάμενος App. BC 5.79; τὴν αὐγήν Aret. CA 1.1; τὸν ἄνδρα Luc. Sol. 5.
I intr. asustarse
οὔ σε ἔοικε κακὸν ὣς δειδίσσεσθαι, ἀλλ' αὐτὸς ... ἴδρυε λαούς
ἢν ἡ γυνὴ ... δειδίσσηται καὶ πτύρηται
τὸν Δίωνα κρατούμενον πάλαι καὶ δεδιττόμενον ἀπέσφαξαν
II tr.
1 asustar, amedrentar c. ac. de pers. y anim.
δειδίσσεο λαὸν Ἀχαιῶν
τίη δειδίσσεαι ... Ἀργείους;
μὴ ... δεδίσκ[ε' ἀγάνορα θυμόν
οὐδ' Ἰφικλεΐδην δειδίξεται
μηδέ τις ἡμᾶς λόγος θορυβείτω δεδιττόμενος
ὁ δαίμων ... δεδίξεσθαι κἀμὲ ἐλπίζων
• c. ac. y dat. instrum.
μὴ δὴ ἐπέεσσί με ... ἔλπεο δειδίξεσθαι
χερσὶ δὲ μή τί με ... δειδισσέσθω
μὴ δ' οὕτως ... λίην δειδίσσεο μύθῳ
• c. ἀπό y gen. ahuyentar
οὐκ ἐδύναντο ... Ἕκτορα ... ἀπὸ νεκροῦ δειδίξασθαι
• c. inf. y dat. impedir
λάεσσιν ... φευγέμεν ἂψ ὀπίσσω δειδίσσετο
2 c. ac. de abstr. en cont. oracular temer
θέσφατα γὰρ Πελίας δειδίσσετο
εἴτε τι σημεῖον δειδισάμενος
• en otros cont.
τὸ τῆς ἀρχῆς δυνατὸν δεδιττόμενος
• asustarse de, intimidarse con
ἢν ... τὴν αὐγὴν ἢ τὰ ἐν αὐγῇ δεδίττωνται
ἵνα μὴ ... τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς δειδιξώμεθα
1) transit., in Furcht setzen, Einen erschrecken ; versuchen, Einen zu erschrecken : τίη δειδίσσεαι αὔτως Ἀργείους Il. 13.810, μηδέ τί πω δειδίσσεο λαόν 4.184, χερσὶ δὲ μή τί με πάγχυ κακὸν ἃς δειδισσέσθω 15.196, ὥς ῥατὸν οὐκ ἐδύναντο δύω Αἴαντε Ἕκτορα ἀπὸ νεκροῦ δειδίξασθαι 18.164, Πηλείδη, μὴ δή μʼ ἐπέεσσί γε νηπύτιον ἃς ἔλπεο δειδίξεσθαι 20.201, 432 ; ohne Objekt, ἀπὸ γὰρ δειδίσσετο τάφρος εὐρεῖα, wohl Tmesis, Il. 12.52.
2) intransit., erschreckt werden, fürchten : Il. 2.190 οὔ σε ἔοικε κακὸν ἃς δειδίσσεσθαι. – Vgl. δεδίσσομαι.
[redup. fr. δικ-, δείδοικα.]
Fut. infin. δειδίξεσθαι Il. 20.201, 432.
Aor. infin. δειδίξασθαι Il. 18.164.
- 1
To frighten, alarm, scare Il. 4.184, Il. 12.52, Il. 13.810 (try to . . .), Il. 20.201 = 432.
To scare (away from something): Ἕκτορʼ ἀπὸ νεκροῦ Il. 18.164.
- 2
To use threats to, threaten Il. 2.190, Il. 15.196.
- 1
- Dep.:—Causal of δείδω, to frighten, alarm, μὴ δειδίσσεο λαὸν Ἀχαιῶν Il.; Ἕκτορα ἀπὸ νεκροῦ δειδίξασθαι to scare him from the corpse, Il.; οὔ σε ἔοικε δειδίσσεσθαι it beseems not to attempt to frighten thee, Il.:—c. inf., φευγέμεν δειδίσσετο Theocr.:—in Attic form, Plat., Dem.