About Report a problem

Menu

δεικανάω

δεικανάω, to point out, shew

δεικᾰνάω, (δείκνυμι)
  • point out, show, in Ion. and Ep. impf. δεικανάασκεν Theoc. 24.57; Ep. 3 pl. pres. δεικανόωσι Arat. 209: but
    • II Med., (cf. δειδίσκομαι) salute, pledge, δεικανόωντο δέπασσιν Il. 15.86; δεικανόωντʼ ἐπέεσσιν Od. 18.111; cf. δεκανᾶται.

Saved

Recent