δεικανάω
δεικανάω, to point out, shew
δεικᾰνάω, (δείκνυμι)
- point out, show, in Ion. and Ep. impf. δεικανάασκεν Theoc. 24.57; Ep. 3 pl. pres. δεικανόωσι Arat. 209: but
- II Med., (cf. δειδίσκομαι) salute, pledge, δεικανόωντο δέπασσιν Il. 15.86; δεικανόωντʼ ἐπέεσσιν Od. 18.111; cf. δεκανᾶται.
I en v. med.
1 saludar, dar la bienvenida c. palabras
κλυτὸν ἀμφ' Ὀδυσῆα δεικανόωντ' ἐπέεσσι
μετὰ δ' ἀλλήλους ἐπέεσσιν ἄμφω δεικανόωντο
intercambiaban palabras de bienvenida
• saludar con un brindis
(Ἥραν) δεικανόωντο δέπασσιν
δαίμονα λυσιπόνοισιν ἐδεικανόωντο κυπέλλοις υἱέες Ἀστραίοιο
2 despedir
χερσί τε καὶ μύθοισιν ἐδεικανόωντο ἕκαστον
II en v. act. mostrar, presentar
ἐς πατέρ' Ἀμφιτρύονα ἑρπετὰ δεικανάασκεν
δεικανόωσι διασταδὸν ἶσα πέλεθρα
•Quizá deriv. de *δεικ- ‘mostrar’ (cf. δείκνυμι), en el sent. ‘saludar con la mano’; cf.
δεικανάω-ῶ [κᾰ] présenter, Thcr. Idyl. 24, 56 (impf. itér. 3 sg. δεικανάασκεν) ; Arat. 208 (prés. épq. 3 pl. -κανόωσι) ||
Moy. (seul. impf. 3 pl. épq. δεικανόωντο) faire un signe de bienvenue, saluer : ἐπέεσσιν, Od. 18, 111, avec des paroles bienveillantes ; δέπασσιν, Il. 15, 86, en levant des coupes.
Étym. cf. δείκνυμι et δειδίσκομαι.
δεικανάω
= δείκνυμι
- Ito point out, shew, in Ionic imperf. δεικανάασκεν Theocr.
- IIHom. uses it only in Mid. = δειδίσκομαι, to salute, greet, δεικανόωντʼ ἐπέεσσιν Od.; δεικανόωντο δέπασσι pledged him, Il.