δείκελον
δείκελον, τό,
- = δείκηλον II.1, Democr. 123, Hegesianax 2.
- 2 = δείκηλον II.2, Nonn. D. 48.697, AP 9.153 (Agath.).
1 imagen Democr.B 123, cf. Hsch.
• reflejo
κῦμα ... δ. ἰνδάλλοιτο πυριφλεγέθοντος ἐσόπτρου
2 de pers. o dioses retrato
Ἰφιγόνης
Ῥείης
Τριτογενοῦς
Αἰσώπου
Ἔρωτος
(Τερψιχόρης)
•Doblete de
δείκελον, ου (τὸ) représentation, statue, Anth. 9, 153.
Étym. δείκνυμι, cf. δείκηλον.
δείκελον, τό, = δείκηλον, Bild, Agath. 61 (IX.153).