κατακτείνω
κατακτείνω, to kill, slay, murder
Could not find κατακτείναντα in Logeion dictionaries.
κατακτείναντα aorist active participle neuter nominative plural, aorist active participle neuter vocative plural, aorist active participle neuter accusative plural, aorist active participle masculine accusative singular of κατακτείνω
- kill, slay, freq. in Ep. and Trag., Il.cc.; rare in Prose, Heraclit. 56, Hdt. 2.75, SIG l.c., X. Hier. 6.14, 7.12, etc.
töten, ermorden, im Kampf erlegen, erschlagen ; Hom. u. Folgde überall ; auch μῆλα, Od. 24.66 u. sonst ; perf. κατέκτονα Aesch. Eum. 557 ; in Prosa erst später recht gebräuchlich, wie bei Plut. u. A.
[κατα- 5.]
3 sing. fut. κατακτενεῖ Il. 23.412.
3 pl. fut. κατακτανέουσι (for which prob. κατακτενέουσι should be read) Il. 6.409.
3 sing. aor. subj. κατακτείνῃ Il. 20.302 : Od. 22.73.
3 pl. κατακτείνωσι Od. 15.278.
3 sing. opt. κατακτείνειε Il. 20.465, Il. 24.226, 586 : Od. 22.53.
Pple. κατακτείνας Il. 11.432, Il. 22.245, Il. 24.481 : Od. 23.188.
Acc. sing. κατακτείναντα Il. 17.505, Il. 22.109.
Infin. κατακτεῖναι Il. 11.141 : Od. 22.32.
Aor. κατέκτανον Il. 23.87 : Od. 13.259, 271.
2 sing. κατέκτανες Od. 22.29.
3 sing. κατέκτανε Il. 5.608, Il. 6.204, Il. 7.90: Od. 4.535, Od. 11.411, Od. 21.27.
1 pl. κατεκτάνομεν Od. 24.66.
3 sing. subj. κατακτάνῃ Il. 22.86.
Imp. κατάκτανε Od. 4.743.
Contr. κάκτανε Il. 6.164.
Aor. κατέκταν Il. 4.319.
3 sing. κατέκτα Il. 2.662, Il. 12.378, Il. 13.170, Il. 14.514, Il. 15.432, Il. 18.309, Il. 24.214.
Pple. κατακτάς Il. 13.696, Il. 15.335, Il. 17.187, Il. 22.323 : Od. 15.224, 272.
Infin. κατακτάμεναι Il. 3.379, Il. 5.436, Il. 20.346, 442, Il. 21.140, 170. κατακτάμεν Il. 9.458, Il. 12.172, Il. 15.557, Il. 19.59, Il. 21.484 : Od. 4.700.
Aor. pple. mid. (in sense of pf. pass.) κατακτάμενος Od. 16.106.
2 pl. fut. pass. κατακτενέεσθε Il. 14.481.
3 pl. aor. κατέκταθεν Il. 5.558, Il. 13.780 : Od. 3.108.
To kill, slay : πατρὸς ἑοῖο μήτρωα Il. 2.662. Cf. Il. 3.379, Il. 5.558, Il. 12.172, Il. 13.780, Il. 17.187, Il. 23.87, etc. : Od. 1.75, Od. 3.108, Od. 4.535, Od. 13.259, Od. 16.106, Od. 22.29, etc.
- to kill, slay, murder, Hom., Hdt.
-
…. τὴν μὲν ἔπειθʼ ἥρως μετʼ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς ῥῖψʼ ἐπιδινήσας, κόμισαν δʼ ἐρίηρες ἑταῖροι · αὐτὰρ ὃ ἂψ ἐπόρουσε κατακτάμεναι μενεαίνων ἔγχεϊ χαλκείῳ · τὸν δʼ ἐξήρπαξʼ Ἀφροδίτη ῥεῖα μάλʼ ὥς τε θεός, ἐκάλυψε δʼ ἄρʼ ἠέρι πολλῇ ,…
Homer, Iliad
-
…καὶ ἦμαρ κλαίομεν ἀθάνατοί τε θεοὶ θνητοί τʼ ἄνθρωποι · ὀκτωκαιδεκάτῃ δʼ ἔδομεν πυρί, πολλὰ δέ σʼ ἀμφὶ μῆλα κατεκτάνομεν μάλα πίονα καὶ ἕλικας βοῦς. καίεο δʼ ἔν τʼ ἐσθῆτι θεῶν καὶ ἀλείφατι πολλῷ καὶ μέλιτι γλυκερῷ · πολλοὶ…
Homer, Odyssey
-
…αἷμα κελαινεφές · ἣ δʼ ὑπὲρ αὐτοῦ γαίῃ ἐνεστήρικτο λιλαιομένη χροὸς ἆσαι. δεύτερος αὖτʼ Ἀχιλεὺς μελίην ἰθυπτίωνα Ἀστεροπαίῳ ἐφῆκε κατακτάμεναι μενεαίνων. καὶ τοῦ μέν ῥʼ ἀφάμαρτεν, ὃ δʼ ὑψηλὴν βάλεν ὄχθην, μεσσοπαγὲς δʼ ἄρʼ ἔθηκε κατʼ ὄχθης…
Homer, Iliad
-
…γὰρ ἐξερέω, καὶ μὴν τετελεσμένον ἔσται · οὐ σφῶϊν κομιδὴ παρὰ Νέστορι ποιμένι λαῶν ἔσσεται, αὐτίκα δʼ ὔμμε κατακτενεῖ ὀξέϊ χαλκῷ, αἴ κʼ ἀποκηδήσαντε φερώμεθα χεῖρον ἄεθλον. ἀλλʼ ἐφομαρτεῖτον καὶ σπεύδετον ὅττι τάχιστα · ταῦτα δʼ ἐγὼν…
Homer, Iliad
-
…ἐπεί νύ μοι αἶσα κατʼ ἀνθρώπους ἀλάλησθαι. ἀλλά με νηὸς ἔφεσσαι, ἐπεί σε φυγὼν ἱκέτευσα, μή με κατακτείνωσι · διωκέμεναι γὰρ ὀΐω. τὸν δʼ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα · οὐ μὲν δή σʼ ἐθέλοντά γʼ ἀπώσω…
Homer, Odyssey
-
…τοῦτον τῆς δίκης ἐν ἕρκεσιν. Αἴγισθʼ, ὑβρίζειν ἐν κακοῖσιν οὐ σέβω. σὺ δʼ ἄνδρα τόνδε φὴς ἑκὼν κατακτανεῖν, μόνος δʼ ἔποικτον τόνδε βουλεῦσαι φόνον · οὔ φημʼ ἀλύξειν ἐν δίκῃ τὸ σὸν κάρα δημορριφεῖς, σάφʼ ἴσθι…
Aeschylus, Agamemnon
-
…στήσεσθαι ; χαλεπή τοι ἐγὼ μένος ἀντιφέρεσθαι τοξοφόρῳ περ ἐούσῃ, ἐπεὶ σὲ λέοντα γυναιξὶ Ζεὺς θῆκεν, καὶ ἔδωκε κατακτάμεν ἥν κʼ ἐθέλῃσθα. ἤτοι βέλτερόν ἐστι κατʼ οὔρεα θῆρας ἐναίρειν ἀγροτέρας τʼ ἐλάφους ἢ κρείσσοσιν ἶφι μάχεσθαι. εἰ…
Homer, Iliad
-
…. νῦν δʼ ἰθὺς μεμαῶτε μαχώμεθα, μὴ δέ τι δούρων ἔστω φειδωλή, ἵνα εἴδομεν εἴ κεν Ἀχιλλεὺς νῶϊ κατακτείνας ἔναρα βροτόεντα φέρηται νῆας ἔπι γλαφυράς, ἦ κεν σῷ δουρὶ δαμήῃ. ὣς φαμένη καὶ κερδοσύνῃ ἡγήσατʼ Ἀθήνη ·…
Homer, Iliad
-
…μητέρα κτανών. δυοῖν γὰρ εἶχε προσβολὰς μιασμάτοιν. πῶς δή ; δίδαξον τοὺς δικάζοντας τάδε. ἀνδροκτονοῦσα πατέρʼ ἐμὸν κατέκτανεν. τοιγὰρ σὺ μὲν ζῇς, ἡ δʼ ἐλευθέρα φόνῳ. τί δʼ οὐκ ἐκείνην ζῶσαν ἤλαυνες φυγῇ ; οὐκ…
Aeschylus, Eumenides
-
…κακῶς ἀνδρῶν τοξάζεαι · οὐκέτʼ ἀέθλων ἄλλων ἀντιάσεις · νῦν τοι σῶς αἰπὺς ὄλεθρος. καὶ γὰρ δὴ νῦν φῶτα κατέκτανες ὃς μέγʼ ἄριστος κούρων εἰν Ἰθάκῃ · τῷ σʼ ἐνθάδε γῦπες ἔδονται. ἴσκεν ἕκαστος ἀνήρ, ἐπεὶ ἦ φάσαν…
Homer, Odyssey