καταστεφανόω
καταστεφανόω, to crown
Could not find κατεστεφανωμένος in Logeion dictionaries.
κατεστεφανωμένος perfect middle-passive participle masculine nominative singular of καταστεφανόω
καταστεφᾰν-όω,
- crown, τινὰ ῥόδοις AP 12.189 (Strat.):—Pass., D.S. 12.9.
κατα·στεφανόω-ῶ [φᾰ] couronner, DS. 12, 9 ; Anth. 12, 189.
καταστεφανόω, bekränzen, ῥόδοις τινά Strat. 31 (XII.189).
καταστεφανόω
fut. ώσω
- to crown, Anth.