μεταφορέω
μεταφορέω, change, transfer, shift
Could not find μετεφόρεε in Logeion dictionaries.
μετεφόρεε Verb: imperfect active indicative 3rd singular of μεταφορέω
μεταφορ-έω,
- = μεταφέρω I, Pherecyd. 16 (a) J. (Pass.), Hdt. 1.64, 2.125.
μεταφορέω-ῶ, c. μεταφέρω, Hdt. 1, 64 ; 2, 125.
μεταφορέω, = μεταφέρω, εἰς ἄλλον τόπον, Her. 1.64, 2.125.
μεταφορέω
= μεταφέρω 1, Hdt.