στομοδόκος
στομο-δόκος, ον,
- = στωμύλος, Pherecr. 234.
στομο·δόκος, ος, ον, bavard, Phérécr. (Com. fr. 2, 355).
Étym. στόμα, δέκομαι.
στομοδόκος, = στωμύλος, Gramm., z.B. Poll. 2.101 aus Pherecrat.