Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στοργικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στομύλος
στομφάζω
στόμφαξ
στομφασμός
στομφαστικός
στομφολογέω
στόμφος
στομφός
στομφόω
στομφώδης
στομώδης
στόμωμα
στομωμάτιον
στόμωσις
στομωτήρ
στομωτής
στομωτός
στοναχά
στοναχέω
στοναχή
στοναχίζω
στόναχος
στονόεις
στόνος
στόνυξ
στονυχώδης
στόποδες
στορβάζειν
στοργέω
στοργή
στοργικός
στορέννυμι
στορεστής
στορεύς
στόρθη
στόρθυγξ
στόρθυξ
στόρνη
στόρνυμι
στορνυτέος
στορπάν
στορύνη
στορχάζω
Στούδιος
στοχάζομαι
στοχανδόν
στοχάς
στόχασις
στόχασμα
στοχασμός
στοχαστέον
στοχαστέος
στοχαστής
στοχαστικός
στοχαστικῶς
στόχος
στραβαλοκόμας
στραβαλοκομάω
στραβαλός
Στράβαξ
στραβέλαφος
…
στοργικός
Save
LSJ
στοργ-ικός, ή, όν,
v.l. for στερκτικός in
Gal.
Nat.Fac.
1.12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}