συκοσπαδίας Save LSJ Pape σῡκο-σπᾰδίας, ου, ὁ, (σπάω) expld. as = συκοφάντης, Sch. Ar. Pl. 874. συκοσπαδίας, [ῡ], ὁ, = συκοσπάς, Hesych.