συκόφασις
σῡκόφᾰσις, εως, ἡ,
- = συκοφαντία, AP 7.107 (D.L., pl.).
συκό·φασις, εως (ἡ) [ῡᾰ] c. συκοφαντία, Anth. 7, 107.
συκόφασις, [ῡ], ἡ, = συκοφαντία, DL. 5.8, epigr.
συκόφασις
σῡκόφᾰσις, εως,
used metri grat. for συκοφαντία, Anth.