συκοφαντώδης
συκοφαντώδης, typical of a συκοφάντης, blackmailing
σῡκοφαντ-ώδης, ες,
- = συκοφαντικὸς δίκη Lys. Fr. 1.1 (Comp.); κρίσεις D.S. 15.40; κατηγορία Mitteis Chr. 68.19 (i A.D.); οἱ Ἀττικοὶ σ. Dicaearch. 1.4.
συκοφαντώδης, ης, ες [ῡ] d’une manière calomnieuse, DS. 15, 40 ; Dicéarq. p. 9 Huds. ||
Cp. -έστερος, Lys. (Ath. 611f).
Étym. συκοφάντης, -ωδης.
συκοφαντώδης, [ῡ], ες, sykophantenähnlich, -artig, DS. 15.40.