συκοφόρος
συκοφόρος, fig-bearing
σῡκοφόρ-ος (parox.), ον,
- fig-bearing, γῆ Str. 4.1.2.
συκο·φόρος, ος, ον, qui porte, c. à d. produit des figues, Str. 178.
Étym. σῦκον, φέρω.
συκοφόρος, [ῡ], Feigen tragend, Strab. 4.1.2.
συκοφόρος
σῡκο-φόρος, ον,
φέρω
- fig-bearing, Strab.