συκόφυλλον
συκόφυλλον, fig-leaf
συκόφυλλον, τό,
- fig-leaf, Apul. Herb. 38, Hsch. s.v. ἀποτεθρίακεν.
συκόφυλλον, [ῡ], τό, das Feigenblatt, Hesych.
συκόφυλλον, fig-leaf