συκοφάντρια
συκοφάντρια, female sycophant (informer, false accuser)
σῡκοφάντ-ρια, ἡ, fem. of συκοφάντης, Ar. Pl. 970, PMasp. 97 ii 39 (vi A.D.).
συκοφάντρια, ας (ἡ) [ῡ] fém. de συκοφάντης, Ar. Pl. 970.
συκοφάντρια, [ῡ], ἡ, fem. zu συκοφάντης, Ar. Plut. 970.
συκοφάντρια
σῡκοφάντρια, ἡ,
fem. of συκοφάντης, Ar.