συκοφορέω
συκοφορέω, to carry figs
σῡκοφορ-έω,
- carry figs, AP 9.563 (Leon.).
συκοφορέω-ῶ [ῡ] porter, c. à d. produire des figues, Anth. 9, 563.
Étym. συκοφόρος.
συκοφορέω, [ῡ], Feigen tragen, Leon.Tar. 45 (IX.563).
συκοφορέω
fut. ήσω
- to carry figs, Anth. from σῡκοφόρος