συντείνω
συντείνω, to stretch together, strain, draw tight, brace up
- strain, draw tight, brace up, σ. [τὰ ὀστᾶ], opp. χαλάω, Pl. Phd. 98d: metaph. of the mind, E. Hipp. 257 (anap.); ἁρμονίαις σ. τὰς ψυχάς Pl. Lg. 800d:—Pass., to be in a state of tension, Hp. Art. 8, Epid. 3.1.δʹ, Sor. 2.18, Gal. 6.170.
- 2 strain to the uttermost, urge on, exert, ποδὸς ὁρμάν E. El. 112 (lyr.); δράμημα κυνῶν Id. Ba. 872 (lyr.); λόχιαι στερρὰν παιδείαν Μοῖραι συντείνουσι, of the pains of childbirth, Id. IT 207 (lyr.); σαυτόν Pl. Euthphr. 12a:— Pass., strain all oneʼs powers, πᾶν ποιεῖν συντεινομένους Id. R. 504e; συντεταμένον καὶ σπουδάζοντα Id. Euthd. 288d; γνώμῃ συντεταμένῃ with earnest, serious purpose, X. Oec. 2.18.
- 3 intr. in Act., exert oneself, strive, Pl. Sph. 239b; τοῖς τόξοις Hp. Aër. 20; τῷ πνεύματι Arist. APr. 893a2; hasten, δρόμῳ εἰς τὸ ἄστυ Plu. Nic. 30; of things, become intense, συντείνοντος τοῦ κακοῦ Id. Dio 45.
- II direct earnestly to one point, πάντα τὰ αὑτοῦ εἰς τοῦτο Pl. R. 591c, cf. Grg. 507d; ἐπὶ πόλεμον τὰς αὑτῶν σ. πόλεις Id. Plt. 308a:—Pass., συντετάσθαι πρὸς τὸ μέλλον ταῖς φροντίσι, of mental tension or anxiety, Plu. Tranq. 2.473c.
- 2 intr., direct all oneʼs powers to one object, to be bent upon, ἐπὶ τὸ μαθεῖν . . τὸν λόγον Pl. Lg. 641e; and of things, tend or contribute towards . ., c. inf., σφάξαι σʼ Ἀργείων . . συντείνει . . γνώμα E. Hec. 189 (lyr.); τὰ δʼ ἐμοὶ δοκεῖ πάντα εἰς ταὐτόν τι συντείνειν Pl. Cra. 403b; τὰ συντείνοντα πρὸς τὸ ζῆν καλῶς Athenio 1.43, cf. Ael. Tact. 2.1; πάντα τὰ συντείνοντα εἰς τὴν λειτουργίαν POxy. 904.5 (v A.D.); ἕν, εἰς ὃ πάντα σ. D. 10.54 vulg. (τείνει codd. opt., ἕν om. S); εἰς ἀδικίαν ἢ δικαιοσύνην, etc., Arist. EN 1127a34, cf. Epicur. Ep. 2 p.35 U.; εἰς ταὐτὸν κεφάλαιον Gal. 15.613; ἐπὶ τὴν ἀνδρείαν Pl. Plt. 309b; πρὸς ἀρετήν Id. Lg. 731a, Isoc. 15.67, cf. Epicur. Ep. 1 p.29 U.; πρὸς τὸν σκοπόν, etc., Arist. EN 1144a25, al.
- III in physical sense, lead to, εἰς μίαν τινὰ ἰδέαν σ. Pl. Tht. 184d; σ. πρὸς τὸν ἄνω τόπον, πρὸς τὴν καρδίαν, Arist. Juv. 469a16, 20; σ. αἱ ἀδένες ἐπὶ σφᾶς τὸ ἄλλο σῶμα Hp. Gland. 2.
- IV Pass., to be exasperated against, πρός τινα Com.Adesp. 22.56 D.
1. met acc. spannen:
2. intrans.
a. zich inspannen:
b. van pers. zich concentreren op,
a) laufen, eilen, wobei man ὁδόν zu ergänzen pflegt, συντείνειν δρόμῳ εἰς ἄστυ, in die Stadt laufen, Plut. Nic. 30 ; – übh. seine Kräfte anspannen, κοινᾷ συντείνει γνώμᾳ, Eur. Hec. 190 ; ὅτι μάλιστα δύνασαι συντείνας, Plat. Soph. 239b, u. öfter ; im pass., συντεταμένον καὶ σπουδάζοντα, Euthyd. 288d ; u. so auch Sp., συντείνοντος τοῦ κακοῦ, als das Uebel zunahm, Plut. Dion. 45.
b) seine Spann- od. Schnellkraft worauf richten, wonach zielen, τοῖς τόξοις, Hippocr.; μὴ εἰς μίαν τινὰ ἰδέαν πάντα ταῦτα ξυντείνει, Plat. Theaet. 184d ; ὅσα εἰς ἱππικὴν συντείνει μαθήματα, Legg. VII.813e ; πρὸς τὸ κοινῇ ξυντείνων βέλτιστον, X.903c ; ἐπί τι, Polit. 294b, 309b ; εἰς τοῦτο συντείναι, Xen. Ages. 7.1 ; τὰ πρὸς τὸν σκοπὸν συντείνοντα, Arist. eth. 6.12.9 ; ὅσα συντείνει πρὸς τὸ διασῴζειν, Pol. 16.12.9.
- 1τανύω O. 8.49) direct Εὐρίπου τε συνέτεινε χῶρον[ (sc. Ποσειδὰν ἅρμα simm.) Pae. 9.49
- Ito stretch together, strain, draw tight, brace up, Eur., Plat.
- 2to strain to the uttermost, urge on, exert, Eur.; γνώμῃ συντεταμένῃ with earnest purpose, Xen.
- 3intr. in Act. to exert oneself, strive, hasten, Lat. contendere, Plat., Plut.
- IIto direct earnestly to one point, Plat.
- 2intr. to direct all oneʼs powers to one object, to be bent upon doing a thing, c. inf., Eur.; σ. εἴς τι Dem.; πρός τι Isocr., etc.
-
…γίγνονται προσποιούμενοι μὲν εἰδέναι, εἰδότες δὲ οὐδέν. ἅτε οὖν οἶμαι φιλότιμοι ὄντες καὶ σφοδροὶ καὶ πολλοί, καὶ συντεταμένως καὶ πιθανῶς λέγοντες περὶ ἐμοῦ, ἐμπεπλήκασιν ὑμῶν τὰ ὦτα καὶ πάλαι καὶ σφοδρῶς διαβάλλοντες. ἐκ τούτων καὶ Μέλητός…
Plato, Apology
-
…ἢ ὅσῳ σοφώτερος · ἀλλʼ, ὃ λέγω, τρυφᾷς ὑπὸ πλούτου τῆς σοφίας. ἀλλʼ, ὦ μακάριε, σύντεινε σαυτόν · καὶ γὰρ οὐδὲ χαλεπὸν κατανοῆσαι ὃ λέγω. λέγω γὰρ δὴ τὸ ἐναντίον ἢ ὁ ποιητὴς ἐποίησεν ὁ…
Plato, Euthyphro
-
…δεινὸν πάθος. τί δʼ οἱ πρὸς τὴν ἀνδρείαν μᾶλλον ῥέποντες ; ἆρʼ οὐκ ἐπὶ πόλεμον ἀεί τινα τὰς αὑτῶν συντείνοντες πόλεις διὰ τὴν τοῦ τοιούτου βίου σφοδροτέραν τοῦ δέοντος ἐπιθυμίαν εἰς ἔχθραν πολλοῖς καὶ δυνατοῖς καταστάντες ἢ πάμπαν διώλεσαν ἢ…
Plato, Statesman
-
…ἐν σοὶ σκεψώμεθα. πῶς φῄς ; ἴθι ἡμῖν εὖ καὶ γενναίως, ἅτε νέος ὤν, ὅτι μάλιστα δύνασαι συντείνας πειράθητι, μήτε οὐσίαν μήτε τὸ ἓν μήτε πλῆθος ἀριθμοῦ προστιθεὶς τῷ μὴ ὄντι, κατὰ τὸ ὀρθὸν φθέγξασθαί τι…
Plato, Sophist
-
…προστάττων μάλιστα μὲν ἑκάστης ἡμέρας τά γε σμικρὰ χωρὶς τῶν ὅπλων, χορούς τε εἰς ταῦτα ἅμα καὶ γυμναστικὴν πᾶσαν συντείνων, τὰς δὲ οἷόν τινας μείζους τε καὶ ἐλάττους γυμνασίας μὴ ἔλαττον ἢ κατὰ μῆνα ἕκαστον ποιεῖσθαι προστάξει, ἁμίλλας…
Plato, Laws
-
…γενναῖον ἱκαναὶ παιδείας τυγχάνουσαι καθίστασθαι καὶ δέξασθαι μετὰ τέχνης σύμμειξιν πρὸς ἀλλήλας, τούτων τὰς μὲν ἐπὶ τὴν ἀνδρείαν μᾶλλον συντεινούσας, οἷον στημονοφυὲς νομίσασʼ αὐτῶν εἶναι τὸ στερεὸν ἦθος, τὰς δὲ ἐπὶ τὸ κόσμιον πίονί τε καὶ μαλακῷ καὶ…
Plato, Statesman
-
…ψυχὴ γυμνὴ τοῦ σώματος παρʼ ἐκεῖνον ἀπέρχεται, καὶ τοῦτο πεφόβηνται · τὰ δʼ ἐμοὶ δοκεῖ πάντα ἐς ταὐτόν τι συντείνειν, καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ θεοῦ καὶ τὸ ὄνομα. πῶς δή ; ἐγώ σοι ἐρῶ ἅ γέ μοι φαίνεται…
Plato, Cratylus
-
…ψυχὴ σώματος τιμιωτέρα ; παντάπασιν μὲν οὖν, ἔφη. οὐκοῦν ὅ γε νοῦν ἔχων πάντα τὰ αὑτοῦ εἰς τοῦτο συντείνας βιώσεται, πρῶτον μὲν τὰ μαθήματα τιμῶν, ἃ τοιαύτην αὐτοῦ τὴν ψυχὴν ἀπεργάσεται, τὰ δὲ ἄλλα ἀτιμάζων ;…
Plato, Republic
-
…τὸ μὲν ὑπομεμειγμένον τῆς λύπης γαργαλίζει τε καὶ ἠρέμα ἀγανακτεῖν ποιεῖ, τὸ δʼ αὖ τῆς ἡδονῆς πολὺ πλέον ἐγκεχυμένον συντείνει τε καὶ ἐνίοτε πηδᾶν ποιεῖ, καὶ παντοῖα μὲν χρώματα, παντοῖα δὲ σχήματα, παντοῖα δὲ πνεύματα ἀπεργαζόμενον πᾶσαν…
Plato, Philebus
-
…ἵπποις αἰσθήσεις ἐγκάθηνται, ἀλλὰ μὴ εἰς μίαν τινὰ ἰδέαν, εἴτε ψυχὴν εἴτε ὅτι δεῖ καλεῖν, πάντα ταῦτα συντείνει, ᾗ διὰ τούτων οἷον ὀργάνων αἰσθανόμεθα ὅσα αἰσθητά. ἀλλά μοι δοκεῖ οὕτω μᾶλλον ἢ ἐκείνως. τοῦδέ τοι…
Plato, Theaetetus