Φοινικόστολος
Φοινικόστολος, of a Phoenician expedition; blood red
Φοινῑκό-στολος, ον, epith. of ἔγχεα, i.e. ἔγχεα τοῦ τῶν Φοινίκων στόλου, Pi. N. 9.28.
Φοινικό·στολος, ος, ον [ῑ] de l’armée des Phéniciens, Pd. N. 9, 67.
Étym. Φ. στέλλω.
Φοινῑκόστολος
- 1of a Phoenician army πεῖραν μὲν ἀγάνορα Φοινικοστόλων ἐγχέων ταύταν θανάτου πέρι καὶ ζωᾶς ἀναβάλλομαι ὡς πόρσιστα (the meaning with blood red spears is also intended, with ref. to the expedition of the Seven) N. 9.28
Φοινικόστολος
Φοινῑκό-στολος, ον,
- sent by Phoenicians, Φοιν. ἔγχεα, i. e. ἔγχεα τοῦ τῶν Φοινίκων στόλου, Pind.