Φοῖνιξ
Φοῖνιξ, a Phoenician
- Phoenician, Φοῖνιξ ἀνὴρ ἀπατήλια εἰδώς Od. 14.288, cf. 13.272, 15.415; ὡς Φ. ἀνήρ, Σιδώνιος κάπηλος S. Fr. 909.
- 2 fem., γυνή Φοίνισσα Od. 15.417; Φοίνισσαι, name of plays by Euripides, Phrynichus, etc.; also Φ. ἐμπολά Pi. P. 2.67; χθών, νᾶσος, etc., E. Ph. 6, 204 (lyr.), etc.; Φ. βοά ib. 301 (lyr.); κώπη Id. Hel. 1272; Φ. ἄμπεχος PCair.Zen. 33.14 (iii B. C.).
- II Carthaginian, ἀλαλατός Pi. P. 1.72; also fem., Φοίνισσαι νῆες Th. 1.116, D.S. 13.80.
- B φοῖνιξ, ῑκος, ὁ, purple or crimson, because the discovery and earliest use of this colour was ascribed to the Phoenicians, Il. 4.141, 6.219, Od. 23.201, etc.:—hence,
- 2 as Adj. (fem. φοίνισσα Pi. (v. infr.); φοῖνιξ as fem., E. Tr. 815), blood-bay, of a horse, Il. 23.454; of red cattle, φοίνισσα ἀγέλα Pi. P. 4.205, cf. Theoc. 25.128: of the colour of fire, φοίνισσα φλόξ Pi. P. 1.24; πυρὸς φ. πνοά E. l.c.; also φ. ἱμάντες Simon. 17; πέπλοι E. Hel. 181 (lyr.), etc.
- II date-palm, Phoenix dactylifera, Od. 6.163, h.Ap. 117, Pi. Fr. 75 14 (dub.), E. Hec. 458 (lyr.), D.S. 2.53; τόξα ἐκ φοίνικος σπάθης πεποιημένα Hdt. 7.69, etc.: the male and female distd. by Hdt. as [ὁ φ.] ἔρσην and [ἡ φ.] βαλανηφόρος, 1.193 (but the latter is masc., ibid. and in 4.172, 182); φοινίκων . . τῶν καρπίμων οἱ μὲν ἄρρενες αἱ δὲ θήλειαι Thphr. HP 2.6.6, but αἱ ἀπὸ τῶν ἀρρένων πρὸς τοὺς θήλεις [βοήθειαι] ib. 2.8.4.
- 2 palm-frond, as a badge of victory, Arist. MM 1196a36, Plu. QConv. 2.723b, etc.; τὸν φ. τινὶ ἀποδοῦναι Chrysipp.Stoic. 3.175.
- 3 date, Hellanic. 56J., Epich. 18, Antiph. 65, Ephipp. 24; more correctly, τοῦφοίνικος ὁ καρπός Hdt. 1.193; καρπὸς φοίνικος Hermipp. 63.22 (hex.); cf. φοινικοβάλανος.
- III ὁ χαμαιρριφής dwarf-palm, Chamaerops humilis, Thphr. HP 2.6.11.
- 2 a Bactrian tree, Mazri palm, Nannorhops ritchieana, ib. 4.4.8.
- 3 a sea-plant, Callophyllis laciniata, ib. 4.6.2, 10.
- 4 rye-grass, Lolium perenne, Dsc. 4.43.
- IV a musical instrument, like a guitar, invented by the Phoenicians, Hdt. 4.192, Ephor. 4 J., Phillis 2 (pl.), Scamon 3; but so called because made from the Delian palm, acc. to Semus 1.
- V the fabulous bird phoenix, Hes. Fr. 171.4, Antiph. 175; from Arabia acc. to Hdt. 2.73; but from India, Philostr. VA 3.49: prov., φοίνικος ἔτη βιοῦν Luc. Herm. 53.
- VI an ornament, LXX Ez. 41.25.
- VII perfume prepared from the fronds of the date-palm, Thphr. Od. 28.
- VIII a fish, Ael. NA 12.24.
- IX a bandage, Heliod. ap. Orib. 49.11.2.
- X = εὐρύνοτος, Agathem. 2.7.
- XI φ. ἐν ὁπλῇ, a disease of the hoof, Hippiatr. 10.
- XII an eye-salve, Aët. 7.116.
- [In all senses of the word ῑ in gen., but nom. φοῖνιξ, not φοίνιξ, Hdn.Gr. ap. Choerob. in Thd. 1.292.]
- (ὰντίθεος, ἄττα γεραιέ, γέρων ίππηλάτα, Διῒ φίλος, διοτρεφής, παλαιγενής)
- Son of Amyntor and an ancient retainer of Peleus.
- Chosen to lead the embassy to Achilles Il. 9.168,
- his speech to A. 432, tells how he fled from his father to Phthia, how Peleus received him well and how he brought up Achilles 478, he remains with Achilles 658; a leader under Achilles Il. 16.196;
- in his form Athene exhorts Menelaus Il. 17.555;
- in the chariotrace set to note the running Il. 23.359,
- etc.
- (τηλεκλειτός).
- Father of Europa, the mother by Zeus of Minos and Rhadamanthys Il. 14.321.
Strong 5405
(a) a Phœnician (also with fem., Φοίνισσα, Hom., al.);
(b) Phœnix, a city of Crete: Ac 27:12.†
- 1a Phoenician, Hom.
- 2fem., Φοίνισσα γυνή Od., Eur.; χθών, νῆσος Eur.
-
…κύνες ἑλκήσουσιν. ἀλλʼ ἔχεο κρατερῶς, ὄτρυνε δὲ λαὸν ἅπαντα. τὴν δʼ αὖτε προσέειπε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος · Φοῖνιξ ἄττα γεραιὲ παλαιγενές, εἰ γὰρ Ἀθήνη δοίη κάρτος ἐμοί, βελέων δʼ ἀπερύκοι ἐρωήν · τώ κεν ἔγωγʼ ἐθέλοιμι…
Homer, Iliad
-
…ἐμίσγετο τῷ ναυκλήρῳ τῆς νεός · ἐπεὶ δʼ ἔμαθε ἔγκυος ἐοῦσα, αἰδεομένη τοὺς τοκέας οὕτω δὴ ἐθελοντὴν αὐτὴν τοῖσι Φοίνιξι συνεκπλῶσαι, ὡς ἂν μὴ κατάδηλος γένηται. ταῦτα μέν νυν Πέρσαι τε καὶ Φοίνικες λέγουσι · ἐγὼ δὲ περὶ…
Herodotus, The Histories
-
…διεφθαρμένοισι Ἴωσι γενομένη, χρηστὴ δὲ καὶ πρὶν ἢ διαφθαρῆναι Ἰωνίην Θάλεω ἀνδρὸς Μιλησίου ἐγένετο, τὸ ἀνέκαθεν γένος ἐόντος Φοίνικος, ὃς ἐκέλευε ἓν βουλευτήριον Ἴωνας ἐκτῆσθαι, τὸ δὲ εἶναι ἐν Τέῳ Τέων γὰρ μέσον εἶναι Ἰωνίης, τὰς…
Herodotus, The Histories
-
…θεοῦ · καὶ γὰρ τὸ ἐν Κύπρῳ ἱρὸν ἐνθεῦτεν ἐγένετο, ὡς αὐτοὶ Κύπριοι λέγουσι, καὶ τὸ ἐν Κυθήροισι Φοίνικές εἰσι οἱ ἱδρυσάμενοι ἐκ ταύτης τῆς Συρίης ἐόντες. τοῖσι δὲ τῶν Σκυθέων συλήσασι τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Ἀσκάλωνι καὶ…
Herodotus, The Histories
-
…καὶ ὅσα ἐντὸς Ἅλυος ποταμοῦ πρὸς θάλασσαν ἐπεστράτευσε καὶ τὰς ἐν τῇ ἠπείρῳ πόλεις ἐδούλωσε, Δαρεῖός τε ὕστερον τῷ Φοινίκων ναυτικῷ κρατῶν καὶ τὰς νήσους. τύραννοί τε ὅσοι ἦσαν ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς πόλεσι, τὸ ἐφʼ ἑαυτῶν μόνον προορώμενοι…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…οὕτω δὴ ἐθελοντὴν αὐτὴν τοῖσι Φοίνιξι συνεκπλῶσαι, ὡς ἂν μὴ κατάδηλος γένηται. ταῦτα μέν νυν Πέρσαι τε καὶ Φοίνικες λέγουσι · ἐγὼ δὲ περὶ μὲν τούτων οὐκ ἔρχομαι ἐρέων ὡς οὕτω ἢ ἄλλως κως ταῦτα ἐγένετο, τὸν δὲ…
Herodotus, The Histories
-
…δύσετό τʼ ἠέλιος, σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί · ἡμεῖς δʼ ἐς λιμένα κλυτὸν ἤλθομεν ὦκα κιόντες, ἔνθʼ ἄρα Φοινίκων ἀνδρῶν ἦν ὠκύαλος νηῦς. οἱ μὲν ἔπειτʼ ἀναβάντες ἐπέπλεον ὑγρὰ κέλευθα, νὼ ἀναβησάμενοι · ἐπὶ δὲ Ζεὺς οὖρον…
Homer, Odyssey
-
…οἳ δʼ ἐπʼ ὀνείαθʼ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον. αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο, νεῦσʼ Αἴας Φοίνικι · νόησε δὲ δῖος Ὀδυσσεύς, πλησάμενος δʼ οἴνοιο δέπας δείδεκτʼ Ἀχιλῆα · χαῖρʼ Ἀχιλεῦ · δαιτὸς μὲν ἐΐσης οὐκ…
Homer, Iliad
-
…ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένηται, τά τε ἄλλα καὶ διʼ ἣν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι. Περσέων μέν νυν οἱ λόγιοι Φοίνικας αἰτίους φασὶ γενέσθαι τῆς διαφορῆς. τούτους γὰρ ἀπὸ τῆς Ἐρυθρῆς καλεομένης θαλάσσης ἀπικομένους ἐπὶ τήνδε τὴν θάλασσαν, καὶ…
Herodotus, The Histories
-
…ἔνθα δὲ Φοίνικες ναυσίκλυτοι ἤλυθον ἄνδρες, τρῶκται, μυρίʼ ἄγοντες ἀθύρματα νηῒ μελαίνῃ. ἔσκε δὲ πατρὸς ἐμοῖο γυνὴ Φοίνισσʼ ἐνὶ οἴκῳ, καλή τε μεγάλη τε καὶ ἀγλαὰ ἔργα ἰδυῖα · τὴν δʼ ἄρα Φοίνικες πολυπαίπαλοι ἠπερόπευον. πλυνούσῃ…
Homer, Odyssey