Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φοινικτέον
φοινικτέον, one must redden
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φοινικόλεγνος
φοινικόλοφος
φοινικόνωτος
φοινικοπαράδεισος
φοινικοπάρειος
φοινικοπάρηος
φοινικοπάρῃος
φοινικοπάρυφος
φοινικόπεδος
φοινικόπεζα
φοινικόπτερος
φοινικόπτερυξ
φοινικοπώλης
φοινικορόδιος
φοινικόροδος
φοινικόρυγχος
φοινικός
φοινικοσκελής
φοινικοστερόπας
φοινικοστερόπης
Φοινικόστολος
φοινικόστολος
φοινικοτρόφος
φοινίκουρος
φοινικοῦς
Φοινικοῦς
φοινικοφαής
φοινικοφόρος
φοινικόφυτος
φοινικόχρως
φοινικτέον
φοινικτικός
φοινικτικῶς
φοινικτός
Φοινικώδης
φοινικών
Φοῖνιξ
φοίνιξ
φοῖνιξ
Φοίνιξ
φοίνιξις
φοίνιος
φοινίσκη
φοίνισσα
Φοίνισσα
φοινίσσω
φοινός
φοινώδης
φοΐς
φοιτάζω
φοιταλέος
φοιταλιεύς
φοιταλιώτης
φοιτάς
φοιτάω
φοιτεία
φοιτέω
φοίτης
φοίτησις
φοιτητέον
φοιτητήρ
…
φοινικτέον
Save
φοινικτέον, one must redden
LSJ
φοινικ-τέον,
one must redden,
Ruf.
ap.
Aët.
11.29.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}