Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φοιτάζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φοινικοστερόπης
Φοινικόστολος
φοινικόστολος
φοινικοτρόφος
φοινίκουρος
φοινικοῦς
Φοινικοῦς
φοινικοφαής
φοινικοφόρος
φοινικόφυτος
φοινικόχρως
φοινικτέον
φοινικτικός
φοινικτικῶς
φοινικτός
Φοινικώδης
φοινικών
Φοῖνιξ
φοίνιξ
φοῖνιξ
Φοίνιξ
φοίνιξις
φοίνιος
φοινίσκη
φοίνισσα
Φοίνισσα
φοινίσσω
φοινός
φοινώδης
φοΐς
φοιτάζω
φοιταλέος
φοιταλιεύς
φοιταλιώτης
φοιτάς
φοιτάω
φοιτεία
φοιτέω
φοίτης
φοίτησις
φοιτητέον
φοιτητήρ
φοιτητής
φοιτητός
φοιτίζω
φοῖτος
φοιτός
Φολέγανδρος
φόλετρον
φολιδοειδής
φολιδόομαι
φολιδόω
φολιδώδης
φολιδωτός
φολίς
φόλκις
φολκός
φολλικώδης
φόλλιξ
φόλλις
Φολόη
…
φοιτάζω
Save
LSJ
φοιτ-άζω,
= φοιτίζω,
Hellad.
ap.
Phot.
Bibl.
p.532 B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}