φοινικοῦς
φοινικ-οῦς, ῆ, οῦν, v. φοινίκεος.
1 φοινικοῦς, ῆ, οῦν, v. φοινίκεος.
2 φοινικοῦς, οῦντος (ὁ) [ῐ] bois de palmiers, DS. 3, 42.
Étym. contr. de φοινικόεις.
φοινικοῦς, [ῑ] ῆ, οῦν, zsgzn statt φοινίκεος, Xen. u. A.; vgl. Lobeck Phryn. 148.
φοινικοῦς ², [ῑ] οῦσσα, οῦν, zsgzn statt φοινικόεις.
φοινικοῦς ³, [ῑ], οῦντος, ὁ, = φοινικών, Palmenwald, DS. 3.42.