φοίνισσα Save LSJ Pape φοίνισσα, φοίνισσα, fem. of Φοῖνιξ, φοῖνιξ. φοίνισσα, fem. von φοίνιξ, purpurrot, dunkelrot, φλόξ, ταύρων ἀγέλα, Pind. P. 1.24, 4.205.