χειροτυπής
χειροτυπής, struck by the hands
χειρο-τῠπής, ές,
- struck by the hands, κροτάλων χειροτυπὴς πάταγος AP 5.174 (Mel.).
χειρο·τυπής, ής, ές [ῠ] frappé avec la main, Anth. 5, 175.
Étym. χ. τύπτω.
χειροτυπής, ές, mit den Händen schlagend od. geschlagen, πάταγος Mel. 60 (V.175).