αὐθεκούσιος
I
1 voluntario, aceptado libremente
προαίρεσις
ἀναχώρησις
ὑπακοή
2 neutr. subst. τὸ αὐθεκούσιον el libre arbitrio, el albedrío
ὁ τοῦ αὐθεκουσίου λόγος
τὸ αὐθεκούσιον τῆς ψυχῆς
II adv. -ως voluntariamente
καί τινας ἀσκητικὰς προτροπὰς αὐ. ἀγαπήσασα