Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτεπίσκοπος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐταρχία
αὔταρχος
αὐταύλης
αὐταυτόθεν
αὔταυτος
αὐταυτοῦ
αὐταχάτης
αὖτε
αὐτέγγυος
αὐτεῖ
αὐτεί
Αὐτεινοί
αὐτέκμαγμα
αὐτέλεγκτος
αὐτένδυτος
αὐτενέργεια
αὐτενέργητος
αὐτενιαυτός
αὐτεξουσία
αὐτεξουσιάζω
αὐτεξούσιος
αὐτεξουσιότης
αὐτεξουσίως
αὐτεπάγγελτος
αὐτεπαγγέλτως
αὐτεπαίνετος
αὐτέπαινος
αὐτεπιβουλεύτης
αὐτεπιβούλευτος
αὐτεπίβουλος
αὐτεπίσκοπος
αὐτεπίσπαστος
αὐτεπιστασία
αὐτεπιστατέω
αὐτεπιστήμη
αὐτεπίστροφος
αὐτεπιτάκτης
αὐτεπιτακτική
αὐτεπιτακτικός
αὐτεπίτακτος
αὐτεπώνυμος
αὐτερέτης
Αὐτεσίων
αὐτέτης
αὐτεφόδιος
ἀϋτέω
ἀϋτή
ἁὐτή
αὐτή
αὕτη
αὐτηΐ
αὑτηί
αὐτήκοος
αὐτῆμαρ
αὐτημερόν
αὖτι
Αὐτίας
αὐτιγενής
αὐτίκα
αὖτις
αὐτίτης
…
αὐτεπίσκοπος
Save
DGE
αὐτεπίσκοπος
-ου, ὁ
testigo ocular
τινῶν
Cyr.Al.M.73.273A.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}