γειτοσύνη
γειτοσύνη, neighborship
γειτο-σύνη, ἡ,
- = γειτονία, Str. 13.1.22.
1 vecindad entre ciu.
διὰ τὴν γειτοσύνην
2 asociación
ἐτείμη[σεν] ἡ γ. Εὐτυχιανόν
γ. τῶν πρ[ωτ]οπυλειτῶν
γειτοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] voisinage, Str. 591.
Étym. γείτων.
γειτοσύνη, ἡ, Nachbarschaft, Strab. XIII.591.