γειτονίασις
1 asociación de vecinos
οἱ περὶ τὴν γειτονίασιν τοῦ χ[ώ]ρου ... κληρονόμοι
2 asociación quizá de tipo gremial, o bien cultual
τῇ γειτονιάσει Ἀχιλλέως ἰητῆ<ρ>ος
γειτονίασις, εως (ἡ) [ᾱ] c. γειτνίασις, Alciphr. 1, 3, 3, conj.
Étym. γειτονιάω.