γειτόνευμα Save DGE Bailly 2024 Pape γειτόνευμα -ματος, τό vecindad, proximidad (στόμαχος) καρδίης καίριον γ. Aret.SD 2.6.1. γειτόνευμα, ατος (τὸ) voisinage, Arét. 56d. Étym. γειτονεύω. γειτόνευμα, τό, = γειτόνημα, Aret.