γειτονιάω
γειτον-ιάω,
- = γειτνιάω, Theopomp.Hist. 253.
ser vecino Theopomp.Hist.264.
γειτονιάω-ῶ, c. γειτνιάω, Thpp. (Bkk. 86, 16).
Étym. γείτων.
γειτονιάω, = γειτνιάω, Theopomp. in B.A. 86.