γειτονεύω
- = sq. [γειτονέω], c. dat., X. Vect. 1.8, Str. 3.3.8, al.: abs., Id. 4.6.8, al., Phld. Ir. p.48 W., etc.:—Med., τὸ ἄλλο ἥμισυ τοῦ σώματος γειτονεύεται ταύτῃ τῇ ἴξει Hp. Fract. 18.
ser vecino o limítrofe c. dat.
Ἀθήναις δὲ γειτονεύουσιν (πόλεσι)
τοὺς γειτονεύοντας αὐτοῖς (Καντάβροις)
γείτον<ε>ς κοινοί εἰσιν οἷς γειτονε[ύει] ...
• abs.
οὐδ' εἰς ταὐτὸ τολμᾷ π[λ]οῖον [ἐ]μβαίνειν οὐδὲ γειτονεύειν
no se atreve a montar (con el iracundo) en la misma nave ni a ser su vecinoτὰ γειτονεύοντα μέρη
las regiones limítrofesοἱ γειτονεύοντες
los vecinos
• en v. med. ser contiguo, estar próximo anat. c. dat.
τοῖσι γὰρ ἐπικαιροτάτοισι τόνοισι γειτονεύονται
τὸ ἄλλο ἥμισυ τοῦ σώματος γειτονεύεται μᾶλλον ταύτῃ τῇ ἴξει