γειώρας
γειώρας, sojourner
γειώρας, ου, ὁ,
- sojourner, LXX Is. 14.1, Ph. 1.417.
- 2 proselyte, Hsch.
palabra hebr. extranjero residente en un país gener. ref. al converso al judaísmo
γηόρας καὶ προσήλυτοι
• identificado como prosélito
ἔν τε τοῖς γειώραις καὶ αὐτόχθοσιν τῆς γῆς
γ. εἰμὶ ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ
γ. τῇ Ἑλλάδι φωνῇ ὁ προσήλυτος ἑρμηνεύεται