γειτόνησις
γειτόν-ησις, εως, ἡ, = sq., Luc. Symp. 33, Plot. 1.2.5.
vecindad, proximidad
ἀπέλαυσε ... ὁ Ἴων τῆς γειτονήσεως
τὰς πληγὰς ... εὐθὺς λυομένας τῇ γειτονήσει (τοῦ λογιζομένου)
γειτόνησις, εως (ἡ) voisinage, Luc. Conv. 33.
Étym. γειτονέω.
γειτόνησις, ἡ, = γειτονία, Luc. Conv. 33.